Στεγαστικό: Το ευρωπαϊκό «πόρισμα» και η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στεγαστικό: Το ευρωπαϊκό «πόρισμα» και η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στεγαστικό: Το ευρωπαϊκό «πόρισμα» και η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στεγαστικό: Το ευρωπαϊκό «πόρισμα» και η ελληνική ιδιαιτερότητα

30-11-2025 | 13:00

Η πρόσφατη έκθεση Housing in the European Union (ECOFIN 2025) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατατάσσει την Ελλάδα στις πλέον ευάλωτες χώρες της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τη στεγαστική κρίση. Η Κομισιόν διαπιστώνει ότι οι τιμές κατοικιών στη χώρα είναι έως και 20% υψηλότερες από τα θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα, όπως τα εισοδήματα των νοικοκυριών, το κόστος δανεισμού και η πραγματική πορεία της οικονομίας.

«Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει μια αγορά που πλέον λειτουργεί σχεδόν απομονωμένα, χωρίς επαρκή ανανέωση αποθέματος και χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσης των κατοικιών που «αποσύρονται», κατοικίες που εξασφαλίζουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Χιλιάδες κατοικίες έχουν «αποσυρθεί» από τη μακροχρόνια μίσθωση είτε λόγω βραχυχρόνιων μισθώσεων, είτε λόγω συγκέντρωσης από επενδυτικά κεφάλαια, servicers και ξένους αγοραστές. Το αποτέλεσμα, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά έκθεση της ΤτΕ, είναι ότι οι τιμές ανεβαίνουν όχι επειδή αυξήθηκε η ζήτηση, αλλά επειδή η προσφορά είναι ανεπαρκής», αναφέρει ο κ. Θεμιστοκλής Μπάκας, πρόεδρος του Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates.

Η Ελλάδα μέσα στην ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση

Όπως αναφέρεται σε σχετική ανάλυση του δικτύου, σύμφωνα με την Κομισιόν, η Ελλάδα βιώνει μια «κοινωνική φούσκα» ακινήτων. Οι τιμές κατοικιών έχουν αυξηθεί περισσότερο από 60% από το 2018, ενώ τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί πάνω από 45% την ίδια περίοδο. Αντίθετα, οι μισθοί αυξήθηκαν λιγότερο από 20%, δημιουργώντας μια έντονη απόκλιση ανάμεσα στο κόστος στέγασης και στις πραγματικές δυνατότητες των πολιτών.

Η κρίση δεν μοιάζει με εκείνη του 2008, δεν τροφοδοτείται από υπερδανεισμό. Αντιθέτως, είναι καθαρά κοινωνική: ο δείκτης επιβάρυνσης των νοικοκυριών για τη στέγη έχει αγγίξει οριακά επίπεδα, καθιστώντας τη διαβίωση ασφυκτική για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Μια στεγαστική αγορά δύο ταχυτήτων

Η Κομισιόν παρατηρεί ότι η αγορά κατοικίας στην Ελλάδα λειτουργεί σήμερα σε δύο ταχύτητες. Από τη μία πλευρά βρίσκονται συχνά διεθνείς παίκτες – funds, ξένοι επενδυτές, κάτοχοι Golden Visa, ιδιοκτήτες που δραστηριοποιούνται στη βραχυχρόνια μίσθωση – τουρισμό. Από την άλλη, η πλειονότητα των νοικοκυριών παλεύει να ανταποκριθεί στο κόστος μιας αξιοπρεπούς κατοικίας, είτε ως αγοραστές είτε ως ενοικιαστές. Η ζήτηση ενισχύεται από πολλαπλές πηγές, ενώ η προσφορά παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Έτσι διαμορφώνεται μια αγορά όπου οι τιμές ανεβαίνουν από τη πίεση της προσφοράς και όχι από την αύξηση της αγοραστικής δύναμης.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: χαμηλή προσφορά, υψηλή πίεση

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η αύξηση των τιμών στην Ελλάδα δεν οφείλεται σε υπερβολικό τραπεζικό δανεισμό. Αντίθετα, πηγάζει από μια βαθιά και παρατεταμένη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Για σχεδόν μια δεκαετία, η οικοδομική δραστηριότητα παρέμεινε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ το αυξανόμενο κόστος κατασκευής και τα υψηλά επιτόκια λειτουργούν αποτρεπτικά για κάθε νέα ανάπτυξη

Ταυτόχρονα, η επενδυτική στροφή προς το υπάρχον απόθεμα – είτε μέσω funds είτε μέσω ξένων επενδυτών , απορροφά μεγάλο μέρος των διαθέσιμων κατοικιών. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εντείνουν την κατάσταση, ενώ η δημογραφική συγκέντρωση σε λίγους δήμους επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την πίεση στη ζήτηση. Η Ελλάδα, όπως σημειώνει η Επιτροπή, στερείται μιας μακροπρόθεσμης στεγαστικής στρατηγικής που θα μπορούσε να εξισορροπήσει την αγορά.

Η τεχνητή έλλειψη προσφοράς – Το συμπέρασμα της Τράπεζας της Ελλάδος

Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει τα ευρήματα της Κομισιόν, υπογραμμίζοντας ότι η στεγαστική αγορά λειτουργεί υπό καθεστώς τεχνητής έλλειψης. Χιλιάδες κατοικίες έχουν ουσιαστικά «εξαφανιστεί» από τη μακροχρόνια αγορά λόγω της εκτεταμένης διείσδυσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων, της συγκέντρωσης ακινήτων από μεγάλα επενδυτικά σχήματα και της αργής παραγωγής νέων κατοικιών.

Η ΤτΕ τονίζει ότι ο πραγματικός παράγοντας που ωθεί τις τιμές προς τα πάνω δεν είναι η αύξηση της ζήτησης, αλλά η έλλειψη προσφοράς. Αυτή η εκτίμηση ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις παρατηρήσεις της Κομισιόν: μια αγορά που λειτουργεί ως «κλειστό σύστημα» παράγει πίεση εκ των έσω, χωρίς εξωτερικές υγιείς δυνάμεις ανάπτυξης.

Η ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ